Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
folklorique
01
λαογραφικός, παραδοσιακός
qui concerne les coutumes, les arts, la musique, les danses ou les légendes d'un peuple.
Παραδείγματα
Le festival met en avant la culture folklorique locale.
Το φεστιβάλ αναδεικνύει την τοπική λαογραφική κουλτούρα.
02
λαϊκός, παραδοσιακός
qui appartient au peuple, qui relève des usages ou coutumes populaires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
folklorique
αρσενικό πληθυντικό
folkloriques
θηλυκό ενικό
folklorique
θηλυκό πληθυντικό
folkloriques
Παραδείγματα
Les contes folkloriques se transmettent de génération en génération.
Οι λαϊκές ιστορίες μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.



























