Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le fléau
01
μύστρος, πληγή
événement ou situation qui cause de grands dommages ou souffrances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fléaux
Παραδείγματα
La peste fut un fléau pour l'Europe au Moyen Âge.
Η πανούκλα ήταν μια μάστιγα για την Ευρώπη στον Μεσαίωνα.



























