fluet
Pronunciation
/flyˈɛ/

Ορισμός και σημασία του "fluet"στα γαλλικά

01

λεπτός, αδύνατος

mince et délicat, souvent avec une connotation de fragilité
fluet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fluet
συγκριτικός βαθμός
plus fluet
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fluet
αρσενικό πληθυντικό
fluets
θηλυκό ενικό
fluette
θηλυκό πληθυντικό
fluettes
Παραδείγματα
Le violoniste avait des poignets fluets mais une étonnante force dans son jeu.
Ο βιολιστής είχε λεπτούς καρπούς αλλά μια εκπληκτική δύναμη στο παίξιμό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store