le fils
fils
fɪs
fis
niceépicesixdix

Ορισμός και σημασία του "fils"στα γαλλικά

01

γιος, γιος

personne de sexe masculin née dans une famille 
le fils definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fils
αρσενικό ενικό
fils
θηλυκό ενικό
fille
neutral form
enfant
Παραδείγματα
Leur fils a douze ans. 

Ο γιος τους είναι δώδεκα ετών.

02

Υιός, Υιός του Θεού

nom donné à Jésus, considéré comme l'envoyé de Dieu dans la foi chrétienne 
le Fils definition and meaning
Παραδείγματα
Les chrétiens croient que Jésus est le Fils de Dieu. 

Οι χριστιανοί πιστεύουν ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store