Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le figurant
01
συμπαίκτης, επιπλέον
une personne qui apparaît dans un film, une série ou une pièce de théâtre sans rôle principal ni parole importante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
figurants
αρσενικό ενικό
figurant
θηλυκό ενικό
figurante
neutral form
extra
Παραδείγματα
Il travaille comme figurant dans des films depuis plusieurs années.
Συμπαραγωγός εργάζεται ως επιπλέον σε ταινίες εδώ και αρκετά χρόνια.



























