Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fictif
01
φανταστικός, πλασματικός
qui n'existe pas dans la réalité, inventé ou imaginaire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fictif
συγκριτικός βαθμός
plus fictif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fictif
αρσενικό πληθυντικό
fictifs
θηλυκό ενικό
fictive
θηλυκό πληθυντικό
fictives
Παραδείγματα
Le scénario inclut des situations fictives et amusantes.
Το σενάριο περιλαμβάνει φανταστικές και διασκεδαστικές καταστάσεις.
02
qui est théorique, imaginé ou hypothétique plutôt que réel
Παραδείγματα
Elle a créé un scénario fictif pour illustrer ses idées.



























