les fiançailles
fian
fjɑ̃
φγα
çailles
sɑj
σαγ

Ορισμός και σημασία του "fiançailles"στα γαλλικά

Les fiançailles
01

αρραβώνας, αρραβώνας

période pendant laquelle deux personnes sont promises l'une à l'autre avant le mariage 
les fiançailles definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fiançailles
Παραδείγματα
Ils ont annoncé leurs fiançailles à leurs familles. 

Ανακοίνωσαν τους αρραβώνες τους στις οικογένειές τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store