le feuilleton
feuilleton
fœjtɔ̃
foeytaw

Ορισμός και σημασία του "feuilleton"στα γαλλικά

01

μυθιστόρημα σε συνέχειες, σειριακή δημοσίευση

récit publié en plusieurs parties successives dans un journal ou une revue 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
feuilletons
Παραδείγματα
Le journal publie un feuilleton chaque semaine. 

Η εφημερίδα δημοσιεύει ένα φεϋγιετόν κάθε εβδομάδα.

02

σαπουνόπερα, τηλεοπτική σειρά

série télévisée populaire et souvent considérée comme de faible qualité 
Παραδείγματα
Ma grand-mère regarde son feuilleton tous les après-midis. 

Η γιαγιά μου βλέπει την σαπουνόπερα της κάθε απόγευμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store