la fesse
fesse
faɪ̯s
φαισ
fossefessée

Ορισμός και σημασία του "fesse"στα γαλλικά

01

γλουτός, πισινός

partie du corps, à l'arrière sous la taille, constituée des muscles fessiers 
la fesse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fesses
Παραδείγματα
Il s'est assis sur ses fesses. 

Κάθισε στα γλουτά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store