Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fermenter
01
ζυμώνω, υφίσταμαι ζύμωση
se transformer sous l'action de micro-organismes, produire des gaz ou de l'alcool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fermente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fermentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fermenterai
παθητική μετοχή
fermenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fermentions
Παραδείγματα
Le raisin commence à fermenter dans les cuves.
Το σταφύλι αρχίζει να ζυμώνεται στις δεξαμενές.
02
βράζω, ζυμώνω
être en agitation, prêt à éclater , préparer une révolte ou un soulèvement
Παραδείγματα
La population commence à fermenter contre le gouvernement.
Ο πληθυσμός αρχίζει να ζυμώνει κατά της κυβέρνησης.



























