fermenter

Ορισμός και σημασία του "fermenter"στα γαλλικά

fermenter
01

ζυμώνω, υφίσταμαι ζύμωση

se transformer sous l'action de micro-organismes, produire des gaz ou de l'alcool
fermenter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fermente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fermentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fermenterai
παθητική μετοχή
fermenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fermentions
Παραδείγματα
Les légumes que la cuisinière a préparés fermentent naturellement.
Τα λαχανικά που ετοίμασε η μαγείρισσα ζυμώνονται φυσικά.
02

βράζω, ζυμώνω

être en agitation, prêt à éclater, préparer une révolte ou un soulèvement
Παραδείγματα
Certains groupes fermentent contre les décisions du pouvoir.
Ορισμένες ομάδες ζυμώνονται εναντίον των αποφάσεων της εξουσίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store