Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ferme
[gender: feminine]
01
αγρόκτημα, φάρμα
terrain où l'on cultive des plantes et élève des animaux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fermes
Παραδείγματα
La ferme cultive des légumes bio.
Η αγροικία καλλιεργεί βιολογικά λαχανικά.
ferme
01
στερεός, αποφασιστικός
qui est solide, sûr, ou décidé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ferme
συγκριτικός βαθμός
plus ferme
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ferme
αρσενικό πληθυντικό
fermes
θηλυκό ενικό
ferme
θηλυκό πληθυντικό
fermes
Παραδείγματα
Il a une attitude ferme face aux problèmes.
Έχει μια σταθερή στάση απέναντι στα προβλήματα.
ferme
01
σταθερά, αποφασιστικά
de manière déterminée, avec force ou solidité
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Il tient la corde ferme pour ne pas tomber.
Κρατάει το σχοινί σταθερά για να μην πέσει.



























