Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le fauteuil roulant
01
αναπηρική καρέκλα, κάθισμα εξοπλισμένο με ρόδες για άτομα με περιορισμένη κινητικότητα
siège équipé de roues pour personnes à mobilité réduite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fauteuils roulants
Παραδείγματα
L'hôpital lui a fourni un fauteuil roulant temporaire.
Το νοσοκομείο του παρείχε ένα προσωρινό αναπηρικό καροτσάκι.



























