le fauteuil roulant
fauteuil
fotœj
fotoey
roulant
ʁulɑ̃
roolaa

Ορισμός και σημασία του "fauteuil roulant"στα γαλλικά

Le fauteuil roulant
01

αναπηρική καρέκλα, κάθισμα εξοπλισμένο με ρόδες για άτομα με περιορισμένη κινητικότητα

siège équipé de roues pour personnes à mobilité réduite 
le fauteuil roulant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fauteuils roulants
Παραδείγματα
L'hôpital lui a fourni un fauteuil roulant temporaire. 

Το νοσοκομείο του παρείχε ένα προσωρινό αναπηρικό καροτσάκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store