Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faner
01
ξεθωριάζω, χάνω το χρώμα
perdre progressivement sa fraîcheur, sa couleur ou sa vitalité (pour les plantes, les couleurs, ou métaphoriquement)
Παραδείγματα
Les fleurs coupées se fanent rapidement sans eau.
Τα κομμένα λουλούδια μαραίνονται γρήγορα χωρίς νερό.
02
αποξηραίνω, στεγνώνω
faire sécher de l'herbe coupée pour en faire du foin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fane
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fanons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fanerai
ενεστώτα μετοχή
fanant
παθητική μετοχή
fané
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fanions
Παραδείγματα
Les agriculteurs fanent l'herbe sous le soleil d'été.
Οι αγρότες στεγνώνουν το γρασίδι κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο.



























