Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faner
01
ξεθωριάζω, χάνω το χρώμα
perdre progressivement sa fraîcheur, sa couleur ou sa vitalité (pour les plantes, les couleurs, ou métaphoriquement)
Παραδείγματα
Les vieilles photos se fanent avec le temps.
Οι παλιές φωτογραφίες ξεθωριάζουν με το χρόνο.
02
αποξηραίνω, στεγνώνω
faire sécher de l'herbe coupée pour en faire du foin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fane
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fanons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fanerai
ενεστώτα μετοχή
fanant
παθητική μετοχή
fané
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fanions
Παραδείγματα
La chaleur de juillet est idéale pour faner les prairies.
Η ζέστη του Ιουλίου είναι ιδανική για αποξήρανση των λιβαδιών.



























