Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exposer
01
εκθέτω, παρουσιάζω
mettre quelque chose en vue pour que les autres puissent le voir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
expose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exposons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exposerai
ενεστώτα μετοχή
exposant
παθητική μετοχή
exposé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exposions
Παραδείγματα
Ils exposent leurs produits dans la vitrine du magasin.
Εκθέτουν τα προϊόντα τους στο παράθυρο του καταστήματος.
02
εξηγώ, αναλύω
expliquer ou détailler des idées, des faits ou un sujet
Παραδείγματα
Ils exposent les résultats de leur étude aux collègues.
Εκθέτουν τα αποτελέσματα της μελέτης τους στους συναδέλφους.
03
εκθέτω
placer quelqu'un ou quelque chose dans une situation ou un environnement particulier
Παραδείγματα
Ils sont exposés à des critiques sévères lors de la présentation.
Εκτίθενται σε σκληρή κριτική κατά την παρουσίαση.



























