Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'exploration
[gender: feminine]
01
اکتشاف, کاوش
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' exploration de l’ Antarctique fut une grande aventure.
02
بررسی, مطالعه، تحقیق
03
معاینه (پزشکی)
Λεξικό Δέντρο
exploration
explore



























