Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exister
01
υπάρχω
être réel, se trouver dans la réalité , avoir une présence concrète ou abstraite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
existe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
existons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
existerai
ενεστώτα μετοχή
existant
παθητική μετοχή
existé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
existions
Παραδείγματα
Les dinosaures ont existé il y a des millions d'années.
Οι δεινόσαυροι υπήρχαν εκατομμύρια χρόνια πριν.
LanGeek



























