Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exister
01
υπάρχω
être réel, se trouver dans la réalité, avoir une présence concrète ou abstraite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
existe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
existons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
existerai
ενεστώτα μετοχή
existant
παθητική μετοχή
existé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
existions
Παραδείγματα
Il existe une bonne entente entre ces deux communautés.
Δεν πιστεύω ότι τα φαντάσματα πραγματικά υπάρχουν.



























