exister
ex
ɛg
eg
is
zɪs
zis
ter
te
te

Ορισμός και σημασία του "exister"στα γαλλικά

exister
01

υπάρχω

وجود داشتن 
exister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
existe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
existons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
existerai
ενεστώτα μετοχή
existant
παθητική μετοχή
existé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
existions
Παραδείγματα
Il existe un lien étroit entre l'activité physique et une bonne santé. 

Οι δεινόσαυροι υπήρχαν εκατομμύρια χρόνια πριν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store