exister
Pronunciation
/ɛgziste/

Ορισμός και σημασία του "exister"στα γαλλικά

exister
01

υπάρχω

être réel, se trouver dans la réalité, avoir une présence concrète ou abstraite
exister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
existe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
existons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
existerai
ενεστώτα μετοχή
existant
παθητική μετοχή
existé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
existions
Παραδείγματα
Il existe une bonne entente entre ces deux communautés.
Δεν πιστεύω ότι τα φαντάσματα πραγματικά υπάρχουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store