Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exiger
01
απαιτώ, απαιτείται
avoir besoin de quelque chose pour être réalisé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exigerai
ενεστώτα μετοχή
exigeant
παθητική μετοχή
exigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exigions
Παραδείγματα
La recette exige des ingrédients frais.
Η συνταγή απαιτεί φρέσκα υλικά.
02
απαιτώ, ζητώ
vouloir que quelqu'un fasse ou fournisse quelque chose
Παραδείγματα
Il exige que le travail soit bien fait.
Απαιτεί να γίνει καλά η δουλειά.



























