exiger
Pronunciation
/ɛgziʒe/

Ορισμός και σημασία του "exiger"στα γαλλικά

exiger
01

απαιτώ, απαιτείται

avoir besoin de quelque chose pour être réalisé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exigerai
ενεστώτα μετοχή
exigeant
παθητική μετοχή
exigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exigions
Παραδείγματα
La recette exige des ingrédients frais.
Η συνταγή απαιτεί φρέσκα υλικά.
02

απαιτώ, ζητώ

vouloir que quelqu'un fasse ou fournisse quelque chose
Παραδείγματα
Il exige que le travail soit bien fait.
Απαιτεί να γίνει καλά η δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store