Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exiger
01
απαιτώ, απαιτείται
avoir besoin de quelque chose pour être réalisé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exigerai
ενεστώτα μετοχή
exigeant
παθητική μετοχή
exigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exigions
Παραδείγματα
Ce projet exige beaucoup de temps.
Αυτό το έργο απαιτεί πολύ χρόνο.
02
απαιτώ, ζητώ
vouloir que quelqu'un fasse ou fournisse quelque chose
Παραδείγματα
Le professeur exige le respect des règles.
Ο δάσκαλος απαιτεί σεβασμό στους κανόνες.



























