l'exclusivité
exc
ɛksk
eksk
lu
ly
ly
si
zi
zi
vité
vite
vite

Ορισμός και σημασία του "exclusivité"στα γαλλικά

L'exclusivité
01

αποκλειστικότητα, αποκλειστικό δικαίωμα

situation dans laquelle une personne ou une entreprise est la seule à pouvoir vendre, diffuser ou exploiter quelque chose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
exclusivités
Παραδείγματα
Ce magasin a obtenu l'exclusivité de la vente de ce produit. 

Αυτό το κατάστημα απέκτησε την αποκλειστικότητα της πώλησης αυτού του προϊόντος.

02

αποκλειστικό προϊόν, αποκλειστικό άρθρο

article, marchandise ou service qui est proposé par un seul vendeur ou à un seul endroit, ce qui le rend unique ou rare 
Παραδείγματα
Ce parfum est vendu en exclusivité dans certaines boutiques. 

Αυτό το άρωμα πωλείται αποκλειστικά σε ορισμένα καταστήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store