Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exceptionnel
01
εξαιρετικός, ασυνήθιστος
qui est rare, remarquable, ou hors du commun
Παραδείγματα
Un cas exceptionnel demande une solution spéciale.
Μια εξαιρετική περίπτωση απαιτεί ειδική λύση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εξαιρετικός, ασυνήθιστος