Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exacerber
01
επιδεινώνω, εντείνω
rendre une situation, un sentiment ou un problème plus intense ou plus grave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exacerbe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exacerbons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exacerberai
ενεστώτα μετοχή
exacerbant
παθητική μετοχή
exacerbé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exacerbions
Παραδείγματα
La chaleur intense a exacerbé la fatigue des travailleurs.
Η έντονη ζέστη επέδειξε την κούραση των εργαζομένων.



























