euphorique
euphorique
øfɔʁɪk
eufawrik
euphonique

Ορισμός και σημασία του "euphorique"στα γαλλικά

euphorique
01

λαμπερός, ακτινοβόλος

qui attire par sa beauté ou son charme, séduisant 
euphorique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus euphorique
συγκριτικός βαθμός
plus euphorique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
euphorique
αρσενικό πληθυντικό
euphoriques
θηλυκό ενικό
euphorique
θηλυκό πληθυντικό
euphoriques
Παραδείγματα
Elle est rayonnante dans sa robe de soirée. 

Είναι ευφορική στο βραδινό της φόρεμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store