Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'estime
01
εκτίμηση, σεβασμός
sentiment de respect et de considération envers quelqu' un
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il a beaucoup d'estime pour son mentor.
Έχει μεγάλη εκτίμηση για τον μέντορά του.
02
εκτίμηση, αξιολόγηση
l'opinion ou le jugement que l'on forme sur quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
Son estime du projet est plutôt positive.
Η εκτίμησή του για το έργο είναι μάλλον θετική.
03
εκτίμηση ναυσιπλοΐας, υπολογισμός θέσης
navigation approximative ou estimation de la position en mer sans instruments précis
Παραδείγματα
Le capitaine a fait l'estime pour déterminer sa position.
Ο καπετάνιος έκανε την εκτίμηση πλοήγησης για να καθορίσει τη θέση του.



























