esthétique
Pronunciation
/ɛstetik/

Ορισμός και σημασία του "esthétique"στα γαλλικά

esthétique
01

αισθητικός, αισθητικός

qui concerne la beauté, l'art ou le goût du beau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
esthétique
αρσενικό πληθυντικό
esthétiques
θηλυκό ενικό
esthétique
θηλυκό πληθυντικό
esthétiques
Παραδείγματα
Ce film combine profondeur philosophique et qualité esthétique.
Αυτή η ταινία συνδυάζει φιλοσοφικό βάθος και αισθητική ποιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store