l'esprit
esp
ɛsp
esp
rit
ʁi
ri

Ορισμός και σημασία του "esprit"στα γαλλικά

01

πνεύμα, ψυχή

la partie immatérielle d'une personne ou d'un être 
l'esprit definition and meaning
Παραδείγματα
On dit que l'esprit continue après la mort. 

Λέγεται ότι το πνεύμα συνεχίζει μετά τον θάνατο.

02

νους, διανοητική ικανότητα

la capacité de penser ou de raisonner 
l'esprit definition and meaning
Παραδείγματα
Il a un esprit très analytique. 

Έχει ένα πολύ αναλυτικό μυαλό.

03

διάθεση, ψυχική κατάσταση

l'état d'humeur ou la disposition d'une personne 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il est dans un bon esprit aujourd'hui. 

Είναι σε καλή διάθεση σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store