escarpé
es
ɛs
es
ca
ka
ka
rpé
ʁpe
rpe

Ορισμός και σημασία του "escarpé"στα γαλλικά

01

απόκρημνος, απότομος

qui présente une pente très raide 
escarpé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus escarpé
συγκριτικός βαθμός
plus escarpé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
escarpé
αρσενικό πληθυντικό
escarpés
θηλυκό ενικό
escarpée
θηλυκό πληθυντικό
escarpées
Παραδείγματα
La montagne a un versant escarpé difficile à gravir. 

Το βουνό έχει απότομη πλαγιά που είναι δύσκολο να ανεβεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store