l'escargot
Pronunciation
/ɛskaʀgo/

Ορισμός και σημασία του "escargot"στα γαλλικά

L'escargot
[gender: masculine]
01

σαλιγκάρι, χερσαίο σαλιγκάρι

mollusque terrestre à coquille spirale, se déplaçant lentement et souvent comestible en cuisine
l'escargot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escargots
Παραδείγματα
L' escargot se retire dans sa coquille pour se protéger.
Το σαλιγκάρι αποσύρεται στο κέλυφός του για προστασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store