Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'escargot
[gender: masculine]
01
σαλιγκάρι, χερσαίο σαλιγκάρι
mollusque terrestre à coquille spirale, se déplaçant lentement et souvent comestible en cuisine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escargots
Παραδείγματα
L' escargot se retire dans sa coquille pour se protéger.
Το σαλιγκάρι αποσύρεται στο κέλυφός του για προστασία.



























