l'escargot
es
ɛs
es
car
kaʁ
kar
got
go
go

Ορισμός και σημασία του "escargot"στα γαλλικά

01

σαλιγκάρι, χερσαίο σαλιγκάρι

mollusque terrestre à coquille spirale, se déplaçant lentement et souvent comestible en cuisine 
l'escargot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escargots
Παραδείγματα
L'escargot rampe lentement sur la feuille. 

Το σαλιγκάρι σέρνεται αργά στο φύλλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store