Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
envahir
01
εισβάλλω, καταλαμβάνω
occuper ou prendre possession d'un lieu ou d'un espace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
envahis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
envahissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
envahirai
ενεστώτα μετοχή
envahissant
παθητική μετοχή
envahi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
envahissions
Παραδείγματα
Les troupes ennemies ont envahi le village.
Οι εχθρικές δυνάμεις εισέβαλαν στο χωριό.
02
εισβάλλω, κατακλύζω
prendre le contrôle ou submerger complètement quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
La peur a envahi ses pensées.
Ο φόβος κατέκλυσε τις σκέψεις του.



























