Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
envahir
01
εισβάλλω, καταλαμβάνω
occuper ou prendre possession d'un lieu ou d'un espace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
envahis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
envahissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
envahirai
ενεστώτα μετοχή
envahissant
παθητική μετοχή
envahi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
envahissions
Παραδείγματα
La maladie a envahi tout son corps.
Η ασθένεια εισέβαλε σε όλο το σώμα του.
02
εισβάλλω, κατακλύζω
prendre le contrôle ou submerger complètement quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
Le doute a envahi son esprit avant l' examen.
Η αμφιβολία κατέλαβε το μυαλό του πριν από τις εξετάσεις.



























