Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'entreprise
01
επιχείρηση, εταιρεία
organisation qui produit ou vend des biens ou services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
entreprises
Παραδείγματα
Cette entreprise fabrique des voitures.
Αυτή η εταιρεία κατασκευάζει αυτοκίνητα.
02
εργασία, έργο
action ou projet que l'on commence
Παραδείγματα
Cette entreprise demande beaucoup d'efforts.
Αυτή η επιχείρηση απαιτεί πολλή προσπάθεια.



























