Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'entrepreneur
01
επιχειρηματίας, επιχειρηματίας
personne qui crée et gère une entreprise en assumant les risques financiers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entrepreneurs
Παραδείγματα
Elle est devenue entrepreneuse à 22 ans.
Έγινε επιχειρηματίας στα 22 της χρόνια.
02
εργολάβος, επιχειρηματίας
professionnel qui exécute des travaux pour le compte d'un client selon un contrat
Παραδείγματα
L' entrepreneur général coordonne tous les sous-traitants.
Ο γενικός εργολάβος συντονίζει όλους τους υπεργολάβους.
Λεξικό Δέντρο
autoentrepreneur
entrepreneur



























