Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'entraînement
01
προπόνηση, εκπαίδευση
activité régulière pour améliorer ses compétences ou sa condition physique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entraînements



























