l'entracte
Pronunciation
/ɑ̃tʀakt/

Ορισμός και σημασία του "entracte"στα γαλλικά

01

διάλειμμα, ανάπαυλα

pause entre deux parties d'une pièce de théâtre, d'un concert ou d'un spectacle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entractes
Παραδείγματα
Les spectateurs reviennent à leur place après l' entracte.
Οι θεατές επιστρέφουν στις θέσεις τους μετά το διάλειμμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store