Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'entracte
01
διάλειμμα, ανάπαυλα
pause entre deux parties d'une pièce de théâtre, d'un concert ou d'un spectacle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entractes
Παραδείγματα
Les spectateurs reviennent à leur place après l' entracte.
Οι θεατές επιστρέφουν στις θέσεις τους μετά το διάλειμμα.



























