l'enquêteur
enquêteur
ɑ̃kɛtœʁ
aaketoer

Ορισμός και σημασία του "enquêteur"στα γαλλικά

01

ανακριτής, ερευνητής

personne qui mène des investigations ou des recherches pour découvrir des faits 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
enquêteurs
αρσενικό ενικό
enquêteur
θηλυκό ενικό
enquêtrice
neutral form
enquêteur·se
Παραδείγματα
L'enquêteur a interrogé plusieurs témoins. 

Ο ερευνητής ανακρίνει αρκετούς μάρτυρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store