Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engagé
01
προσληφθείς, απασχολημένος
qui a été recruté ou embauché pour un travail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus engagé
συγκριτικός βαθμός
plus engagé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
engagé
αρσενικό πληθυντικό
engagés
θηλυκό ενικό
engagée
θηλυκό πληθυντικό
engagées
Παραδείγματα
Il est engagé comme ingénieur dans une grande entreprise.
Είναι προσληφθείς ως μηχανικός σε μια μεγάλη εταιρεία.
02
αφοσιωμένος, αγωνιστικός
qui prend position pour défendre une cause, souvent dans la littérature, l'art ou la politique
Παραδείγματα
C'est un écrivain engagé qui défend les droits humains.
Είναι ένας αφοσιωμένος συγγραφέας που υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα.



























