Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfuir
01
δραπετεύω, φεύγω
partir rapidement pour échapper à un danger ou une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
enfuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enfuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enfuirai
ενεστώτα μετοχή
enfuyant
παθητική μετοχή
enfui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enfuyions
Παραδείγματα
Le lapin s' est enfui dans les buissons.
Το κουνέλι έφυγε στους θάμνους.
02
εξαφανίζομαι, δραπετεύω
partir discrètement ou disparaître sans laisser de traces
Παραδείγματα
La lumière du jour s' enfuit rapidement en hiver.
Το φως της ημέρας διαφεύγει γρήγορα το χειμώνα.



























