enfuir
enfuir
ɑ̃fɥiʁ
aafüir
enfouir

Ορισμός και σημασία του "enfuir"στα γαλλικά

enfuir
01

δραπετεύω, φεύγω

partir rapidement pour échapper à un danger ou une situation 
enfuir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
enfuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enfuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enfuirai
ενεστώτα μετοχή
enfuyant
παθητική μετοχή
enfui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enfuyions
Παραδείγματα
Le prisonnier s'est enfui pendant la nuit. 

Ο κρατούμενος δραπέτευσε κατά τη διάρκεια της νύχτας.

02

εξαφανίζομαι, δραπετεύω

partir discrètement ou disparaître sans laisser de traces 
enfuir definition and meaning
Παραδείγματα
Le magicien s'est enfui dans un nuage de fumée. 

Ο μάγος έφυγε σε ένα σύννεφο καπνού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store