Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfuir
01
δραπετεύω, φεύγω
partir rapidement pour échapper à un danger ou une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
enfuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enfuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enfuirai
ενεστώτα μετοχή
enfuyant
παθητική μετοχή
enfui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enfuyions
Παραδείγματα
Le prisonnier s'est enfui pendant la nuit.
Ο κρατούμενος δραπέτευσε κατά τη διάρκεια της νύχτας.
02
εξαφανίζομαι, δραπετεύω
partir discrètement ou disparaître sans laisser de traces
Παραδείγματα
Le magicien s'est enfui dans un nuage de fumée.
Ο μάγος έφυγε σε ένα σύννεφο καπνού.



























