enfler
enfler
ɑ̃fle
aafle
enfilerenfer

Ορισμός και σημασία του "enfler"στα γαλλικά

enfler
01

πρήζομαι, φουσκώνω

augmenter de volume à cause d'une accumulation de liquide ou d'air 
enfler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enfle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enflerai
ενεστώτα μετοχή
enflant
παθητική μετοχή
enflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enflions
Παραδείγματα
Sa cheville a enflé après la chute. 

Ο αστράγαλός του πρήστηκε μετά την πτώση.

02

αυξάνω, αναβάλλω

augmenter ou faire grandir quelque chose 
enfler definition and meaning
Παραδείγματα
Ils veulent enfler le budget du projet. 

Θέλουν να φουσκώσουν τον προϋπολογισμό του έργου.

03

προκαλώ πρήξιμο, φουσκώνω

provoquer un gonflement ou une inflammation 
Παραδείγματα
L'allergie a enflé sa gorge rapidement. 

Η αλλεργία πρήστηκε το λαιμό του γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store