Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfler
01
πρήζομαι, φουσκώνω
augmenter de volume à cause d'une accumulation de liquide ou d'air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enfle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enflerai
ενεστώτα μετοχή
enflant
παθητική μετοχή
enflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enflions
Παραδείγματα
Sa cheville a enflé après la chute.
Ο αστράγαλός του πρήστηκε μετά την πτώση.
02
αυξάνω, αναβάλλω
augmenter ou faire grandir quelque chose
Παραδείγματα
Ils veulent enfler le budget du projet.
Θέλουν να φουσκώσουν τον προϋπολογισμό του έργου.
03
προκαλώ πρήξιμο, φουσκώνω
provoquer un gonflement ou une inflammation
Παραδείγματα
L'allergie a enflé sa gorge rapidement.
Η αλλεργία πρήστηκε το λαιμό του γρήγορα.



























