Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'enclos
01
περίφραξη, στάνη
espace fermé par des barrières où l'on garde les animaux domestiques ou de ferme
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
enclos
Παραδείγματα
Les moutons restent dans l'enclos pendant la nuit.
Τα πρόβατα παραμένουν στο κλουβί κατά τη διάρκεια της νύχτας.
02
κλείσιμο, περιορισμένος χώρος
idée de fermeture ou de mise à part d'un espace ou d'une situation
Παραδείγματα
L'enclos de la discussion marquait la fin du débat.
Ο περίφραξης της συζήτησης σήμανε το τέλος της αντιπαράθεσης.



























