Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encadrer
01
organiser, diriger ou superviser une activité, un groupe ou un travail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
encadrant
παθητική μετοχή
encadré
Παραδείγματα
Le chef d' équipe encadre le travail de ses collègues.



























