Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
en ligne
01
διαδικτυακά, διαδικτυακά
qui se fait via internet, connecté au réseau
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Elle suit ses cours en ligne depuis chez elle.
Ακολουθεί τα μαθήματά της διαδικτυακά από το σπίτι της.



























