Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
en ligne
01
διαδικτυακά, διαδικτυακά
qui se fait via internet, connecté au réseau
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Les services bancaires sont disponibles en ligne.
Οι τραπεζικές υπηρεσίες είναι διαθέσιμες διαδικτυακά.



























