empêcher
empêcher
ɑ̃pɛʃe
aapeshe
empêtrerempocher

Ορισμός και σημασία του "empêcher"στα γαλλικά

empêcher
01

εμποδίζω, αποτρέπω

faire en sorte que quelque chose ne puisse pas arriver 
empêcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
empêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
empêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
empêcherai
ενεστώτα μετοχή
empêchant
παθητική μετοχή
empêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
empêchions
Παραδείγματα
La pluie a empêché le match d'avoir lieu. 

Η βροχή εμπόδισε τον αγώνα να λάβει χώρα.

02

συγκρατούμαι, απέχω

se retenir de faire quelque chose même si on en a envie 
empêcher definition and meaning
Παραδείγματα
Il ne peut pas s'empêcher de rire dans les situations sérieuses. 

Δεν μπορεί να αποφύγει το γέλιο σε σοβαρές καταστάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store