Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empêcher
01
εμποδίζω, αποτρέπω
faire en sorte que quelque chose ne puisse pas arriver
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
empêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
empêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
empêcherai
ενεστώτα μετοχή
empêchant
παθητική μετοχή
empêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
empêchions
Παραδείγματα
La pluie a empêché le match d'avoir lieu.
Η βροχή εμπόδισε τον αγώνα να λάβει χώρα.
02
συγκρατούμαι, απέχω
se retenir de faire quelque chose même si on en a envie
Παραδείγματα
Il ne peut pas s'empêcher de rire dans les situations sérieuses.
Δεν μπορεί να αποφύγει το γέλιο σε σοβαρές καταστάσεις.



























