Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empêcher
01
εμποδίζω, αποτρέπω
faire en sorte que quelque chose ne puisse pas arriver
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
empêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
empêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
empêcherai
ενεστώτα μετοχή
empêchant
παθητική μετοχή
empêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
empêchions
Παραδείγματα
Le bruit m' empêche de me concentrer.
Ο θόρυβος εμποδίζει να συγκεντρωθώ.
02
συγκρατούμαι, απέχω
se retenir de faire quelque chose même si on en a envie
Παραδείγματα
Tu devrais t' empêcher de réagir trop vite.
Πρέπει να αποτρέψεις τον εαυτό σου από το να αντιδράς πολύ γρήγορα.



























