Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'empreinte
01
αποτύπωμα, ίχνος
marque concrète laissée par un objet ou une pression
Παραδείγματα
On voyait encore l' empreinte de ses lèvres sur la vitre.
Μπορούσε κανείς ακόμα να δει το αποτύπωμα των χειλιών της στο τζάμι.
02
αποτύπωμα, σημάδι
influence durable ou marque invisible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
empreintes
Παραδείγματα
Son style musical a une empreinte jazz unique.
Το μουσικό του στυλ έχει ένα μοναδικό τζαζ αποτύπωμα.



























