l'embouchure
em
ɑ̃
α
bou
bu
μπου
chure
ʃyʁ
συρ

Ορισμός και σημασία του "embouchure"στα γαλλικά

01

εκβολή ποταμού, στόμιο ποταμού

endroit où un cours d'eau se jette dans un autre plan d'eau 
l'embouchure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
embouchures
Παραδείγματα
L'embouchure du fleuve se trouve près de la ville. 

Το εκβολές του ποταμού βρίσκεται κοντά στην πόλη.

02

στομίδα, φυσήθρα

partie d'un instrument à vent  où le musicien souffle pour produire le son 
l'embouchure definition and meaning
Παραδείγματα
Il a nettoyé l'embouchure de sa trompette. 

Καθάρισε το στομί της τρομπέτας του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store