effra
eff
ef
εφ
ra
ʁɛ
ρε
je
γε
effrayer

Ορισμός και σημασία του "effrayé"στα γαλλικά

01

τρομαγμένος, φοβισμένος

qui a très peur 
effrayé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus effrayé
συγκριτικός βαθμός
plus effrayé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
effrayé
αρσενικό πληθυντικό
effrayés
θηλυκό ενικό
effrayée
θηλυκό πληθυντικό
effrayées
θεματικό πεδίο
émotion, état, réaction
Παραδείγματα
Il est effrayé par le chien. 

Είναι φοβισμένος από το σκυλί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store