Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effleurer
01
toucher légèrement quelque chose, sans appuyer, de manière délicate ou superficielle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
effleurant
παθητική μετοχή
effleuré
Παραδείγματα
Le chat effleurait doucement le sol en marchant.



























