Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effleurer
01
toucher légèrement quelque chose, sans appuyer, de manière délicate ou superficielle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
effleurant
παθητική μετοχή
effleuré
Παραδείγματα
Il a effleuré la surface de l'eau du bout des doigts.



























