Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effarer
01
τρομάζω, αναστατώνω
effrayer ou troubler quelqu'un fortement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
effare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
effarons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
effarerai
ενεστώτα μετοχή
effarant
παθητική μετοχή
effaré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
effarions
Παραδείγματα
Le bruit soudain a effaré les enfants.
Ο ξαφνικός θόρυβος τρομοκράτησε τα παιδιά.



























