Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effacé
01
ταπεινός, διακριτικός
qui est humble, discret, sans chercher à se faire remarquer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus effacé
συγκριτικός βαθμός
plus effacé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
effacé
αρσενικό πληθυντικό
effacés
θηλυκό ενικό
effacée
θηλυκό πληθυντικό
effacées
Παραδείγματα
Il reste effacé lors des réunions mais travaille beaucoup.
Παραμένει ταπεινός στις συναντήσεις αλλά δουλεύει πολύ.
02
ξεθωριασμένος, σβησμένος
qui est devenu moins visible, effacé ou estompé
Παραδείγματα
L' écriture effacée est difficile à lire.
Η διαγραμμένη γραφή είναι δύσκολο να διαβαστεί.



























