Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La détérioration
01
επιδείνωση, φθορά
dégradation ou mauvais état d'un objet ou d'un équipement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La détérioration de la machine a interrompu la production.
Η επιδείνωση του μηχανήματος διέκοψε την παραγωγή.
02
επιδείνωση, φθορά
dégradation progressive de la qualité ou de l'état de quelque chose, en particulier pour les aliments ou la santé morale
Παραδείγματα
La détérioration des aliments a rendu le repas impropre à la consommation.
Η υποβάθμιση των τροφίμων έκανε το γεύμα ακατάλληλο για κατανάλωση.



























