Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détenu
01
κρατούμενος, φυλακισμένος
personne emprisonnée ou retenue en détention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
détenu
αρσενικό πληθυντικό
détenus
θηλυκό ενικό
détenue
θηλυκό πληθυντικό
détenues
Παραδείγματα
Le détenu a demandé une libération conditionnelle.
Ο κρατούμενος ζήτησε προσωρινή αποφυλάκιση.



























