Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le détail
01
λεπτομέρεια, αναλυτικό
les petites informations ou éléments précis qui composent quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
détails
Παραδείγματα
Il explique le projet dans le moindre détail.
Εξηγεί το έργο στην παραμικρή λεπτομέρεια.



























