Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le déséquilibre
01
ανισορροπία, αστάθεια
absence d'équilibre, situation où quelque chose n'est pas stable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déséquilibres
Παραδείγματα
Le déséquilibre de la structure est dangereux.
Η ανισορροπία της δομής είναι επικίνδυνη.



























